δεισιδαίμων


δεισιδαίμων
[дисидэмон] εκ. суеверный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δεισιδαίμων" в других словарях:

  • δεισιδαίμων — fearing the gods masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαίμων — βλ. δεισιδαίμονας …   Dictionary of Greek

  • δεισιδαιμονεστάτων — δεισιδαίμων fearing the gods fem gen superl pl δεισιδαίμων fearing the gods masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαιμονέστατα — δεισιδαίμων fearing the gods adverbial superl δεισιδαίμων fearing the gods neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαιμονέστατον — δεισιδαίμων fearing the gods masc acc superl sg δεισιδαίμων fearing the gods neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαιμονέστερον — δεισιδαίμων fearing the gods masc acc comp sg δεισιδαίμων fearing the gods neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαίμονα — δεισιδαίμων fearing the gods neut nom/voc/acc pl δεισιδαίμων fearing the gods masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαιμονεστάτη — δεισιδαίμων fearing the gods fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαιμονεστάτης — δεισιδαίμων fearing the gods fem gen superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαιμονεστάτοις — δεισιδαίμων fearing the gods masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)